Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΩΝ WANNABE ΠΛΟΥΣΙΩΝ

Πριν από καιρό είχαμε πάει σε μια ταβέρνα τέσσερα άτομα. Όλα καλά. Καθαρό μαγαζί, ωραία κουζίνα και τιμές εκπληκτικές. Τέσσερα άτομα πληρώσαμε τριάντα πέντε ευρά. Απίστευτο! Τσεκάραμε το μενού μήπως έγινε κάποιο λάθος και όντως οι τιμές ήταν κανονικές. Δυο εβδομάδες μετά την πρώτη φορά πήγα με το έταιρον μου ήμισι στο ίδιο μαγαζί για να σαβουρώσουμε και πληρώσαμε είκοσι με εικοσιδύο ευρά. Τέλεια. Λέμε θα το προτείνουμε σε συγγενείς, φίλους και γνωστούς.
Την Παρασκευή δύο του μηνός (πριν τρεις μέρες δηλαδή) ξαναπήγαμε. Το μαγαζί άδειο. Ωραία θα έχουμε ταχύτατο service, σκεφτήκαμε. Χαιρετούρες με τον ιδιοκτήτη, ευχές και τα σχετικά. Καθόμαστε και παραγγέλνουμε. Καλαμαράκια, μπιφτεκάκι, πατάτες, φέτα, αγγουροντομάτα, και δυο αναψυκτικά (λόγω αντιβίωσης).
Σε χρόνο dt άδειασαν τα πιάτα λόγω τεράστιας πείνας. Το μπιφτέκι ήρθε μετά από τριάντα λεπτά εφόσον φάγαμε τα πάντα (προφανώς εκείνη τη στιγμή έσφαζαν το γουρούνι). Έρχεται ο τυπάς (ο ιδιοκτήτης ) και μας ρωτάει αν θέλουμε γλυκό. "Φέρε", του λέω. Από 'δω και πέρα ξεκινάνε τα στραβά. Έφερε πάνω σε ίνες από κανταϊφι από μια μπάλα παγωτό βανίλια και πάνω στο παγωτό είχε μια γλίτσα που το ονομάζε (θα 'θελε!) μους σοκολάτα. Επειδή η δουλειά μου σχετίζεται με τα παγωτά και τα γαλακτοκομικά κατάλαβα αμέσως ότι το παγωτό ήταν ληγμένο. Δοκίμασα λίγο τη μους σοκολάτα και ήταν πιο ξινή από λεμόνι. Για το κανταϊφι δεν κάνω λόγο. Χωρίς σιρόπι και μόνο ξερές κλωστές έμοιαζε με άχυρο. Κάνω νόημα στον τυπά να φέρει το λογαριασμό.
Έρχεται και τον φέρνει διπλωμένο. Βλέπει σχεδόν άθικτο το ντεμέκ γλυκό και ρωτάει μήπως δε μας άρεσε. Τι να του πεις! "Καλό ρε μάστορα αλλά παραφουσκώσαμε. Πες πως το φάγαμε". Φεύγει και ξεδιπλώνω το λογαριασμό. ΤΙ ΛΕΕΙ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΟΕΟ; Τα ίδια πράγματα και λιγότερα που πληρώσαμε την προηγούμενη φορά είκοσι με εικοσιδύο ευρά καλούμαστε να τα πληρώσουμε εικοσιεννιά. Δ.Χ. (δώρο Χριστουγέννων) 8% δηλαδή δύο ευρώ αν και έβγαινε 1,80. Σχετικά με το δώρο στα μαγαζιά είμαι κατά αλλά ας μη το αναπτύξω τώρα. Το μπουκάλι με το νερό βρύσης (ήταν ανοιχτό το μπουκάλι) ένα ευρώ. Κοιτάζω τις τιμές στο λογαριασμό και στο μενού για να κάνω σύγκριση και βλέπω ότι ο μάγκας έκανε τρελλές αυξήσεις. Δύο μικρές γωνίες ψωμί (ούτε μια φέτα) ένα ευρώ. Βγάζω τριάντα ευρώ, τ' αφήνω στο τραπέζι και του λέω να έρθει να πάρει τα χρήματα. Είχα σκοπό να αφήσω πουρμπουάρ αλλά μετά την ταπιροκρανίωση που έπαθα πείσμωσα και ήθελα τα ρέστα μου που ήταν ένα ευρώ. Τι έκανε τότε ο χλεχλές για να μη το δώσει; Μας είδε που σηκωθήκαμε για να φύγουμε και περίμενε στην πόρτα για να μας χαιρετίσει και να μας ξεπροβοδίσει. Δεν έκανε μια υποτυπώδη κίνηση ότι φέρνει τα ρέστα. Ας το πάρει και το ευρώ και ας το βάλει στον κώλο του, σκέφτηκα. Καθώς πηγαίναμε προς την πόρτα μας έκανε χειραψία. Τη στιγμή της χειραψίας του λέω με χαμόγελο: "Αν μας ξαναδείς εδώ να μας χέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα που σου έστειλα σαν πελάτες". "Μα γιατί; Τι έγινε; Κάποιο λάθος μήπως;", απάντησε αλαφιασμένος. Δεν του απάντησα. Απλά φύγαμε.
Ο τύπος αποφάσισε να πλουτίσει με ανορθόξο τρόπο. Θα φάει καλά! Θα του ρίξω δυσφήμιση για να βάλει μυαλό. Εδώ κολλάει και η σοφή παροιμία που λέει: Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σου ανέβει στο κρεβάτι. Ξέρω ότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκμεταλεύονται τις γιορτές για να κάνουν αυξήσεις και να πλασάρουν ότι στοκ τους έχει μείνει επειδή αυτές τις μέρες ο κόσμος βγαίνει λίγο παραπάνω. Το μεγάλο τους λάθος; Κοιτάζουν βραχυπρόθεσμα και όχι μακροπρόθεσμα. Γδύνουν τους πελάτες με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μην ξαναπατάνε το πόδι τους και τα μαγαζιά των πρώτων μαραζώνουν και κλείνουν. Μετά, φυσικά, κλαίγονται. Το χειρότερο; Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Ο κόσμος σαλταρισμένος από την ακρίβεια και την αφραγκία βάζει στο ίδιο τσουβάλι με τους κακούς επαγγελματίες και τους καλούς με αποτέλεσμα να πληρώνουν τη νύφη και οι τελευταίοι χωρίς να φταίνε.

buzz it!